Από τις φυτείες βαμβακιού και το πλυσταριό μέχρι τα εργοστάσια και τα βιβλία της οικονομικής ιστορίας
Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Σε μια φτωχή αγροτική κοινότητα κοντά στο Delta της Λουιζιάνα, γεννιέται η Sarah Breedlove. Είναι το πρώτο παιδί της οικογένειας που έρχεται στον κόσμο ελεύθερο, μετά την κατάργηση της δουλείας.
Το ημερολόγιο γράφει 23 Δεκεμβρίου 1867. Κανείς δεν έχει ιδέα ότι το όνομά της θα γραφτεί κάποτε στα βιβλία της οικονομικής ιστορίας.
Ούτε ότι η ζωή της –από τις φυτείες βαμβακιού και το πλυσταριό μέχρι τα εργοστάσια και τα σαλόνια της Νέας Υόρκης – θα γίνει σύμβολο των αυτοδημιούργητων γυναικών, της επιχειρηματικής τόλμης και της κοινωνικής χειραφέτησης.
Ορφανή στα επτά, σύζυγος στα δεκατέσσερα

Η Sarah χάνει τη μητέρα της από επιδημία χολέρας όταν είναι πέντε ετών. Δύο χρόνια αργότερα χάνει και τον πατέρα της. Στα επτά της είναι ήδη ορφανή.
Μετακομίζει στο Μισισίπι για να ζήσει με την αδελφή της και τον γαμπρό της, δουλεύοντας από παιδί ως οικιακή βοηθός. Στα δεκατέσσερα παντρεύεται, κυρίως για να ξεφύγει από την κακοποίηση στο σπίτι. Στα είκοσι είναι χήρα, με ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά.
Η διαδρομή μοιάζει αμείλικτη. Όμως η Sarah δεν παραιτείται.
Το πλυσταριό και τα μαλλιά που πέφτουν
Μετακομίζει στο Σεντ Λούις και δουλεύει για χρόνια ως πλύστρα, κερδίζοντας ελάχιστα δολάρια την ημέρα. Ζει σε μια εποχή χωρίς τρεχούμενο νερό, χωρίς στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής. Τα μαλλιά της αρχίζουν να πέφτουν.
Υποφέρει από σοβαρά προβλήματα στο τριχωτό της κεφαλής – όπως χιλιάδες άλλες μαύρες γυναίκες της εποχής.
Αντί να το αποδεχθεί, αρχίζει να πειραματίζεται. Στην κουζίνα, με λεκάνες, βότανα, αλοιφές και αυτοσχέδια σκευάσματα. Δεν είναι χημικός. Είναι μια γυναίκα που ψάχνει λύση σε ένα καθημερινό πρόβλημα.
Και τη βρίσκει.
Το «σύστημα Walker»
Στις αρχές του 20ού αιώνα καταλήγει σε μια μέθοδο περιποίησης μαλλιών που συνδυάζει καθαρισμό, ειδική αλοιφή, έντονο βούρτσισμα και θερμαινόμενες χτένες. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς αισθητικό. Είναι πρακτικό, θεραπευτικό, απελευθερωτικό.
Η επιτυχία έρχεται πρώτα πόρτα-πόρτα. Η Sarah δείχνει η ίδια τα προϊόντα της, μιλά με γυναίκες σαν κι εκείνη, καταλαβαίνει τις ανάγκες τους.
Σύντομα, μετακομίζει στο Ντένβερ, παντρεύεται τον δημοσιογράφο Charles J. Walker και υιοθετεί το όνομα με το οποίο θα μείνει στην ιστορία: Madam C. J. Walker.
Μια επιχείρηση χτισμένη από γυναίκες
Η Madam Walker δεν πουλά απλώς προϊόντα. Δημιουργεί ένα δίκτυο. Εκπαιδεύει χιλιάδες μαύρες γυναίκες ως «Walker agents», τους δίνει επάγγελμα, εισόδημα, ανεξαρτησία.
Τους μαθαίνει όχι μόνο πώς να φροντίζουν μαλλιά, αλλά πώς να κρατούν λογαριασμούς, να διαφημίζουν, να στήνουν δικές τους μικρές επιχειρήσεις.
Το 1910 μεταφέρει την έδρα της στην Ινδιανάπολη. Εκεί στήνει εργοστάσιο, εργαστήριο, σχολή ομορφιάς. Στο απόγειό της, η επιχείρησή της απασχολεί περίπου 3.000 εργαζόμενους και θεωρείται η μεγαλύτερη μαύρη επιχείρηση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Έδωσα προαγωγή στον εαυτό μου»
Σε ένα συνέδριο μαύρων επιχειρηματιών, η ίδια συνοψίζει τη ζωή της με λόγια που θα μείνουν ιστορικά:
«Είμαι μια γυναίκα που ξεκίνησε από τις φυτείες βαμβακιών του Νότου. Από εκεί πέρασα στο πλυσταριό. Από το πλυσταριό πέρασα στην κουζίνα. Και από εκεί έδωσα μόνη μου προαγωγή στον εαυτό μου, στην επιχείρηση της παραγωγής προϊόντων και παρασκευασμάτων περιποίησης μαλλιών… Έχτισα το δικό μου εργοστάσιο, στη δική μου γη.»
Δεν είναι απλώς μια φράση. Είναι ένα μανιφέστο.
Πλούτος με σκοπό
Όσο μεγαλώνει η περιουσία της, μεγαλώνει και η φωνή της. Χρηματοδοτεί οργανώσεις για τα πολιτικά δικαιώματα, στηρίζει το NAACP, δωρίζει μεγάλα ποσά σε σχολεία, εκκλησίες και ιδρύματα. Χρηματοδοτεί εκστρατείες κατά των λιντσαρισμάτων και συμμετέχει σε σιωπηλές πορείες διαμαρτυρίας στη Νέα Υόρκη.
Χτίζει τη Villa Lewaro, μια εντυπωσιακή έπαυλη στον ποταμό Hudson, όχι ως σύμβολο επίδειξης, αλλά ως χώρο συνάντησης, πολιτικής συζήτησης και έμπνευσης για την αφροαμερικανική κοινότητα.
Ένα τέλος – και μια κληρονομιά
Η Madam C. J. Walker πεθαίνει το 1919, μόλις στα 51 της χρόνια. Τη στιγμή του θανάτου της θεωρείται η πλουσιότερη αυτοδημιούργητη μαύρη γυναίκα στην Αμερική.
Αφήνει μεγάλο μέρος της περιουσίας της σε φιλανθρωπικούς σκοπούς και θεσμούς.
Όμως η πραγματική της κληρονομιά δεν μετριέται μόνο σε δολάρια. Μετριέται στις χιλιάδες γυναίκες που απέκτησαν φωνή, επάγγελμα και αυτοπεποίθηση. Σε μια ιστορία που αποδεικνύει ότι ακόμη και μέσα στις πιο σκληρές συνθήκες, η επιχειρηματικότητα μπορεί να γίνει πράξη χειραφέτησης.
Και σε μια γυναίκα που, πράγματι, προήγαγε τον εαυτό της.