Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Βρώσιμα λουλούδια: Ραγδαία αύξηση της ζήτησης, αλλά και σοβαροί κίνδυνοι χωρίς σαφή πρότυπα ασφάλειας τροφίμων

Το ενδιαφέρον για τα βρώσιμα άνθη έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς η χρήση τους ενισχύει όχι μόνο τη γαστρονομική δημιουργικότητα αλλά και τη ζήτηση για φυσικά και λειτουργικά τρόφιμα. Η κατανάλωση βρώσιμων ανθέων έχει βαθιές πολιτισμικές ρίζες, καθώς χρησιμοποιούνται εδώ και χιλιετίες σε διάφορες περιοχές του κόσμου για γαστρονομικούς και θεραπευτικούς σκοπούς. Η σύγχρονη γαστρονομία ενίσχυσε περαιτέρω τη σημασία τους, καθώς οι σεφ ενσωμάτωσαν άνθη στα πιάτα για να βελτιώσουν χρώμα, άρωμα και γεύση.

Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα συνέβαλαν στην ταχεία διάδοση της τάσης, επηρεάζοντας σημαντικά τις καταναλωτικές συνήθειες και τη ζήτηση. Έρευνες καταδεικνύουν ότι οι καταναλωτές δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε οπτικά χαρακτηριστικά όπως το χρώμα, ενώ οι προτιμήσεις διαφέρουν ανάμεσα σε επαγγελματίες της γαστρονομίας και το ευρύ κοινό. Η εμπορική διάθεση των ανθέων σε ποικίλες μορφές, από φρέσκα έως αφυδατωμένα ή κρυσταλλωμένα, ενισχύει τη διαθεσιμότητά τους, αν και η περιορισμένη διάρκεια ζωής και οι απαιτήσεις αποθήκευσης θέτουν προκλήσεις στην παραγωγική διαδικασία.

Το επιστημονικό ενδιαφέρον ενισχύεται από τα βιοδραστικά συστατικά των ανθέων, μεταξύ των οποίων οι φαινολικές ενώσεις, τα καροτενοειδή και οι ανθοκυανίνες, που παρουσιάζουν αντιοξειδωτικές, αντιμικροβιακές και άλλες βιολογικές ιδιότητες. Διαφορετικά είδη ανθέων, όπως Calendula officinalisAcmella oleraceaViola tricolorRosa spp. και Tagetes erecta, εμφανίζουν υψηλές συγκεντρώσεις φαινολικών ενώσεων και άλλων φυτοχημικών στοιχείων, γεγονός που αυξάνει το ενδιαφέρον για τη χρήση τους ως λειτουργικά συστατικά στη διατροφή. Η χρήση ανθέων δεν περιορίζεται στη νωπή κατανάλωση, αλλά επεκτείνεται σε υποπροϊόντα όπως εγχύματα, εκχυλίσματα, διαιτητικά συμπληρώματα και μέλι, που προκύπτει από τη συλλογή νέκταρος από τις μέλισσες.

 

Ωστόσο, η δημοτικότητά τους συνοδεύεται από ανησυχίες που σχετίζονται με την πιθανή παρουσία φυτοφαρμάκων, βαρέων μετάλλων, μικροοργανισμών και τοξικών φυσικών ενώσεων, όπως οι αλκαλοειδείς ουσίες. Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Departamento de Tecnología Química y Ambiental και το Instituto de Tecnologías para la Sostenibilidad του Universidad Rey Juan Carlos και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Foodsεξετάζει την παρουσία επικίνδυνων ουσιών σε βρώσιμα άνθη και προϊόντα που προέρχονται από αυτά, παρουσιάζοντας παράλληλα μια συνολική αποτίμηση των κινδύνων για την ασφάλεια τροφίμων.

 

Τα βρώσιμα άνθη ενέχουν κινδύνους που συνδέονται με χημικούς, φυσικούς και μικροβιολογικούς παράγοντες. Τα συστήματα ελέγχου τροφίμων, όπως το RASFF, έχουν καταγράψει περιστατικά που αφορούν υπολείμματα φυτοφαρμάκων, μη εξουσιοδοτημένες ουσίες, παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών και αυξημένες συγκεντρώσεις φυσικών τοξικών ενώσεων. Σημαντικός αριθμός ειδοποιήσεων σχετίζεται με προϊόντα ανθέων που προορίζονται για εγχύματα, όπου διαπιστώθηκε παρουσία απαγορευμένων φυτοφαρμάκων και περιστατικά μικροβιακής μόλυνσης από Salmonella spp. και Salmonella Typhimurium. Σε μία περίπτωση καταγράφηκε αυξημένο επίπεδο αλκαλοειδή πυρρολιζιδίνης σε χαμομήλι από την Αίγυπτο, γεγονός που οδήγησε σε απόσυρση του προϊόντος.

Τα φυτοφάρμακα αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους χημικούς κινδύνους, καθώς ανιχνεύονται ακόμη και σε προϊόντα που φέρουν σήμανση βιολογικής καλλιέργειας. Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αναφέρει την παρουσία μη εγκεκριμένων ουσιών όπως ethylene oxide, prometryn και chlorpyrifos. Παράλληλα, ερευνητικές εργασίες έχουν δείξει ότι ορισμένα εμπορικά άνθη περιέχουν δεκάδες απαγορευμένα φυτοφάρμακα, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της καλλιέργειας ανθέων αποκλειστικά για ανθρώπινη κατανάλωση, υπό ελεγχόμενες συνθήκες και με πιστοποιημένες πρακτικές παραγωγής.

Πέρα από τα φυτοφάρμακα, οι φυσικές τοξικές ενώσεις αποτελούν σημαντική πηγή ανησυχίας. Οι πυρρολιζιδινικές και τροπανικές ενώσεις απαντώνται φυσικά σε φυτικά είδη και έχουν συσχετιστεί με ηπατοτοξικές, νευροτοξικές και καρδιοτοξικές επιδράσεις. Ορισμένα βρώσιμα άνθη, όπως το Borago officinalis ή το Tussilago farfara, παράγουν ενδογενώς πυρρολιζιδινικά αλκαλοειδή, ενώ άλλα μπορεί να επιμολυνθούν στο χωράφι από γειτονικά τοξικά είδη ή μέσω μηχανικής συλλογής που συμπαρασύρει ανεπιθύμητα φυτικά υλικά. Η σύγχυση μεταξύ βρώσιμων και δηλητηριωδών ειδών αποτελεί επιπλέον κίνδυνο, καθώς καταγράφονται περιστατικά όπου τοξικά φυτά όπως Convallaria majalisColchicum autumnale ή Mandragora autumnalis συγχέονται με βρώσιμα είδη.

Οι μικροβιολογικοί κίνδυνοι παραμένουν εξίσου σημαντικοί, καθώς τα άνθη καταναλώνονται συχνά ωμά. Έρευνες έδειξαν την παρουσία E. coliStaphylococcus aureusSalmonella enterica και άλλων μικροοργανισμών σε άνθη που καλλιεργήθηκαν υπό συνθήκες ανεπαρκούς υγιεινής. Παράγοντες όπως το είδος του εδάφους, το νερό άρδευσης και η χρήση μη κομποστοποιημένης κοπριάς έχουν σημαντική επίδραση στη μικροβιακή επιβάρυνση. Οι ισχύοντες κανονισμοί απαιτούν την εφαρμογή βέλτιστων γεωργικών πρακτικών και διαδικασιών υγιεινής, ενώ προτείνεται το σχολαστικό πλύσιμο πριν την κατανάλωση, με προσοχή στη χρήση χημικών απολυμαντικών ώστε να αποφεύγεται η υπέρβαση επιτρεπτών ορίων.

Η μελέτη επισημαίνει επίσης φυσικούς κινδύνους, όπως την παρουσία εντόμων, σκληρών φυτικών τμημάτων ή υπολειμμάτων χώματος, κυρίως σε άνθη βιολογικής καλλιέργειας όπου δεν χρησιμοποιούνται φυτοπροστατευτικά μέσα. Οι παραγωγοί συχνά επισημαίνουν στις συσκευασίες ότι μπορεί να υπάρχουν μικρά έντομα και συνιστούν έκπλυση με νερό και ξίδι. Ωστόσο, η μέθοδος αυτή δεν αποτελεί εγκεκριμένη διαδικασία απολύμανσης και χρησιμοποιείται μόνο για την απομάκρυνση ξένων υλικών.

Η μελέτη καταλήγει σε μια συνολική αποτύπωση των κινδύνων που συνδέονται με τα βρώσιμα άνθη, υπογραμμίζοντας την ανάγκη παρακολούθησης σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Οι ισχύουσες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις καλύπτουν ορισμένες κατηγορίες κινδύνων, όπως τα φυτοφάρμακα και τα βαρέα μέταλλα, αλλά δεν υπάρχουν ακόμη εξειδικευμένα πρότυπα για τα βρώσιμα άνθη. Οι καταγεγραμμένες ειδοποιήσεις του RASFF δείχνουν ότι η αγορά έχει ήδη αντιμετωπίσει σημαντικά περιστατικά μόλυνσης, γεγονός που ενισχύει τη σημασία συστηματικών ελέγχων και ξεκάθαρου πλαισίου ασφαλείας για την προστασία των καταναλωτών.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο