Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

29 Νοεμβρίου 2009: … Όταν άρχισε η μάχη για την Ελλάδα

Του Μάνου Λαμπράκη

Δεκαέξι χρόνια μετά την ανάληψη της αρχηγίας της Νέας Δημοκρατίας από τον Αντώνη Σαμαρά στις 29 Νοεμβρίου του 2009, το γεγονός εκείνο κατανοείται πια όχι ως ένα ιστορικό στιγμιότυπο, αλλά ως ένα σημείο οντολογικής ανακατάταξης του ίδιου του πολιτικού πεδίου.

Γιατί υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός πολιτικού σώματος που δεν καταγράφονται ως συνέχεια, αλλά ως διακοπή. Όχι ως εναλλαγή προσώπων, αλλά ως μετακίνηση στο επίπεδο των θεμελίων. Η στιγμή του 2009 υπήρξε ακριβώς μια τέτοια διακοπή, μια βαθιά τομή, ένα από εκείνα τα συμβάντα που δεν αντανακλούν απλώς την κρίση που τα γέννησε, αλλά ανασχηματίζουν το ίδιο το πεδίο μέσα στο οποίο η κρίση ερμηνεύεται.

Και αυτό συνέβη διότι η παράταξη, βυθισμένη τότε σε μια μακρά περίοδο απορρύθμισης, δεν μπορούσε πλέον να κατονομάσει τον εαυτό της. Είχε απολέσει την εσωτερική της συντακτική ενέργεια, εκείνο το στοιχείο που καθιστά ένα πολιτικό σώμα ικανό να διατυπώνει τον ίδιο του τον ιστορικό προσανατολισμό.

Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο Σαμαράς έφερε μαζί του ένα ιδιαίτερο πολιτικό βάρος: μια διαδρομή που είχε διαμορφωθεί δίπλα σε ηγετικές φυσιογνωμίες της παράταξης, με έντονη την αίσθηση συνέχειας προς την εποχή Αβέρωφ και Καραμανλή, η οποία λειτουργούσε ως υπενθύμιση ότι το κόμμα μπορούσε ακόμη να αντλήσει από τις ιδρυτικές του πηγές.

Η ανάληψη της ηγεσίας, ως χειρονομία και όχι ως πράξη απλής διαδοχής, λειτούργησε ως επαν-αποκατάσταση της ιδρυτικής ονομασίας —όχι με την έννοια μιας τυπικής επιστροφής σε ένα παρελθόν, αλλά με την έννοια της επαναφοράς της δυνατότητας του κόμματος να προφέρει τον εαυτό του ως δρών υποκείμενο. Στον τρόπο που συγκροτήθηκε αυτή η νέα ηγεσία, η ρητορική του ικανότητα λειτούργησε ως κρίσιμο εργαλείο: ο λόγος του δεν περιέγραφε απλώς, αλλά οργάνωνε, συγκρατούσε, έδινε μορφή σε ένα διασπαρμένο σώμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η ικανότητα αναγνωρίστηκε από πολύ νωρίς ως στοιχείο με ιδιαίτερο ηγετικό βάρος, ικανό να επαναφέρει στη δημόσια σφαίρα έναν λόγο της Νέας Δημοκρατίας συνεκτικό, σταθερό, με σαφείς αναφορές και καθαρές γραμμές.

Στη θεωρία του πολιτικού, μια συλλογικότητα που έχει χάσει τη δυνατότητα ονομασίας έχει ήδη εισέλθει σε ζώνη αποσύνθεσης. Δεν είναι ακόμη νεκρή, αλλά έχει απωλέσει την εσωτερική της πυξίδα. Εκείνη τη στιγμή, η ηγεσία λειτούργησε ως πράξη συντακτικής αναβίωσης: έφερε πίσω όχι απλώς την ταυτότητα, αλλά τη δυνατότητα της ταυτότητας. Όχι το όνομα, αλλά την ονομασία, δηλαδή τη συνθήκη υπό την οποία το κόμμα μπορεί να επανεγγράψει τον εαυτό του μέσα στη ροή της ιστορίας. Και αυτό δεν προέκυψε μόνο από τις κορυφές του κομματικού μηχανισμού: η εκλογή του Σαμαρά επισφραγίστηκε από μια πρωτοφανή συμμετοχή 700.000 μελών και φίλων, που προσήλθαν να ψηφίσουν, μετατρέποντας την εσωκομματική διαδικασία σε μια σπάνια στιγμή δημοκρατικής νομιμοποίησης και επανεκκίνησης της σχέσης παράταξης–βάσης.

Αυτή η επαν-αποκατάσταση της ιδρυτικής ονομασίας δεν ήταν αφηρημένη διαδικασία. Υπήρξε το σημείο εκκίνησης μιας ευρύτερης, υψηλής σύνθεσης, μιας διαδικασίας μέσα από την οποία η ιδεολογία παύει να λειτουργεί ως συλλογή σκόρπιων εννοιών και καθίσταται οργανωτικό σχήμα ενότητας. Η ιδεολογία επανέρχεται ως κεντρικός άξονας της κομματικής ζωής: όχι ως διακοσμητική αναφορά, αλλά ως πεδίο ηθικής ανασυγκρότησης, με σαφή στόχευση να πάψει ο πολίτης να αντιμετωπίζεται ως «πελάτης» ενός συστήματος συναλλαγής και να επανέλθει στον ρόλο του ως φορέας ευθύνης και συμμετοχής. Γιατί μια παράταξη δεν συγκροτείται από το άθροισμα των ιδεολογικών της θέσεων, συγκροτείται από τη δομή της σχέσης ανάμεσά τους.

Και η ηγεσία Σαμαρά πέτυχε να εγκαθιδρύσει ακριβώς αυτή τη δομή: ένα νέο σχήμα συνοχής, όπου ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, ο πατριωτικός προσανατολισμός, η θεσμική σοβαρότητα και η πολιτική εντιμότητα λειτουργούν όχι ως ανταγωνιστικές αρχές, αλλά ως εξαρτήματα μιας ενιαίας, αρθρωμένης ορθολογικότητας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Νέα Δημοκρατία προβάλλεται όχι απλώς ως κόμμα εξουσίας, αλλά ως «κίνημα αναγέννησης» της χώρας και της ίδιας της παράταξης, ως φορέας μιας προσπάθειας να ανανεωθεί το πολιτικό συμβόλαιο σε καιρούς γενικευμένης δυσπιστίας.

Η ενότητα της παράταξης δεν επέστρεψε επειδή επιβλήθηκε. Επέστρεψε επειδή απέκτησε εκ νέου νόημα. Η μεγάλη συμμετοχή στη διαδικασία εκλογής, η αίσθηση ότι ο λόγος της ηγεσίας αρθρώνεται πλέον γύρω από καθαρές ιδεολογικές γραμμές, η εντυπωσιακή επανασυγκρότηση των δεσμών με τη βάση, όλα αυτά συναρθρώθηκαν σε ένα νέο υπόδειγμα εσωτερικής συνοχής. Η δημοκρατική διαδικασία δεν λειτούργησε τυπικά, αλλά ουσιαστικά: ως στιγμή όπου η βάση επιβεβαιώνει ότι το κόμμα μπορεί να αλλάξει χωρίς να αποκοπεί από τις θεμελιώδεις αρχές του.

Σε αυτή τη θεμελιώδη φάση, η ηγεσία κλήθηκε να αναμετρηθεί με αυτό που θα ονομάζαμε κοινωνική αποσυγκρότηση. Η Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας δεν ήταν απλώς μια χώρα σε οικονομική κρίση. Ήταν μια κοινωνία που είχε απολέσει τη συνέχειά της. Ο κοινωνικός δεσμός —το αόρατο εκείνο υλικό που συγκρατεί τις κοινότητες— είχε αρχίσει να διαβρώνεται. Η οργή, η απώλεια εμπιστοσύνης, η διάχυση της συλλογικής ταυτότητας, ο κατακερματισμός της δημόσιας σφαίρας δεν ήταν απλώς κοινωνικά φαινόμενα. Ήταν ενδείξεις βαθιάς πολιτικής αποσταθεροποίησης. Σε τέτοιες περιόδους, ο λαϊκισμός δεν αποτελεί απλώς κίνδυνο… αποτελεί πειρασμό. Και ο πειρασμός συνίσταται στο να μετατρέψεις τη φωνή της κοινωνικής αγωνίας σε μηχανισμό εφήμερης νομιμοποίησης.

Η ηγεσία Σαμαρά δεν ενέδωσε σε αυτό το εύκολο, γρήγορο, αυτοκαταστροφικό σχήμα. Δεν μιμήθηκε την οργή, δεν κολάκευσε την απογοήτευση, δεν υιοθέτησε το ύφος της κοινωνικής κραυγής. Αντιμετώπισε την κοινωνική αποσυγκρότηση ως συνθήκη που απαιτεί όχι συμμόρφωση, αλλά βάθος. Και αυτό το βάθος εκδηλώθηκε μέσα από τη δύσκολη πράξη της ευθύνης: την αναγνώριση πως η κοινωνική οδύνη δεν μπορεί να γίνει πολιτική πυξίδα. Μπορεί να γίνει μόνο πολιτική αφετηρία. Η παράταξη, αντί να απορροφήσει την κρίση ως ταυτότητα, επιχείρησε να δημιουργήσει χώρο ώστε η κρίση να μετασχηματιστεί σε σχέδιο.

Εδώ αναδύεται η κομβική πολιτική πράξη της περιόδου 2011–2012: η μετάβαση από τη διαμαρτυρία στη θεσμική ευθύνη. Η θεωρητική σημασία αυτής της μετάβασης δεν είναι ότι υπήρξε πολιτικά τολμηρή, αλλά ότι υπήρξε οντολογικά αναγκαία. Η πολιτική δεν είναι χώρος αυτοεπιβεβαίωσης. Είναι πεδίο όπου το πραγματικό διαψεύδει τις προθέσεις. Ο ηγέτης που αρνείται να προσαρμόσει τις επιλογές του στη νέα πραγματικότητα μετατρέπεται σε σχολιαστή της ιστορίας.

Ο ηγέτης που αναλαμβάνει το βάρος των συνθηκών, ακόμη κι αν αυτό τον απομακρύνει από την προηγούμενη θέση του, μετατρέπεται σε δημιουργό ιστορίας. Η ηγεσία Σαμαρά, σε αυτή τη μετάβαση, απέφυγε την παγίδα της ανυποχώρητης ρητορικής και εισήλθε στη δυσκολότερη περιοχή της πολιτικής: στη ζώνη όπου η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στο καλό και στο κακό, αλλά ανάμεσα στο εφικτό και στο αναγκαίο.

Από αυτή την εσωτερική πράξη ευθύνης εκπορεύεται η επανερμηνεία του πατριωτισμού. Ο πατριωτισμός της περιόδου αυτής δεν είναι ο πατριωτισμός της αυτάρκειας. Είναι ο πατριωτισμός της συμμετοχής. Το έθνος δεν αναδιπλώνεται στον εαυτό του, αλλά εισέρχεται, συνειδητά και ενεργά, σε μια κοινοπολιτεία όπου η εθνική υπόσταση δεν απειλείται αλλά βαθαίνει. Η Ευρώπη, ως δυνατότητα, δεν απορροφά την πατρίδα, την αναβαθμίζει όμως σε επίπεδο διακρατικού υποκειμένου. Αυτή η σύλληψη υπήρξε ριζικά αντίθετη τόσο στον ψυχρό ευρωπαϊσμό όσο και στον άγονο εθνοκεντρισμό. Πρόκειται για μια υψηλή εκδοχή της πολιτικής, όπου το εθνικό δεν αντιστρατεύεται το ευρωπαϊκό, αλλά το ολοκληρώνει.

Στη φάση της διακυβέρνησης, η ηγεσία εισέρχεται στη σφαίρα αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τεχνική της κρατικής σταθεροποίησης. Σε συνθήκες κρίσης, το κράτος κινδυνεύει να χάσει την εσωτερική του συνοχή. Η διοίκηση παύει να λειτουργεί ως πυλώνας και μετατρέπεται σε μηχανισμό απορρόφησης σοκ. Η κοινωνία δεν αναμένει πια πρόοδο, αναμένει επιβίωση. Σε αυτές τις συνθήκες, η διακυβέρνηση δεν είναι απλώς διοίκηση. Είναι μια λεπτή, απαιτητική τεχνική συγκράτησης του πολιτικού σώματος μέσα στη δίνη της ιστορικής αποσταθεροποίησης. Η ηγεσία, τότε, δεν διοικεί: συγκρατεί. Δεν σχεδιάζει: διασώζει. Δεν υπόσχεται: σταθεροποιεί. Είναι η στιγμή όπου η πολιτική εξουσία απογυμνώνεται από τις υπερβολές της και αναλαμβάνει τον πρωτογενή της ρόλο: την προστασία της κοινωνίας από τον εαυτό της.

Αυτή η σταθεροποιητική λειτουργία της ηγεσίας αποκαλύπτει την πιο βαθιά, την πιο συχνά αόρατη διάσταση της πολιτικής: τη διάσταση της αποτροπής. Η πολιτική, όταν λειτουργεί σωστά, δεν φαίνεται. Αυτό που φαίνεται είναι η αποτυχία της. Οι κοινωνίες σπάνια αντιλαμβάνονται τι δεν συνέβη χάρη στην πολιτική. Δεν αντιλαμβάνονται τις εκτροπές που δεν επιτελέστηκαν, τις καταρρεύσεις που αποφεύχθηκαν, τις ρωγμές που καλύφθηκαν πριν γίνουν χάσματα.

Η ηγεσία Σαμαρά λειτούργησε ως εκείνο το αόρατο ανάχωμα που συγκράτησε το πολιτικό σώμα την ώρα που η κοινωνική αποσυγκρότηση απειλούσε να το διαρρήξει. Η αποτροπή, εδώ, δεν είναι απουσία δράσης, αφού είναι η κατεξοχήν πολιτική δράση.

Συνολικά, δεκαέξι χρόνια μετά, η περίοδος εκείνη δεν ορίζεται από τις επιτυχίες ή αποτυχίες που της αποδόθηκαν συγκυριακά. Ορίζεται από το βάθος της μεταμόρφωσης που παρήγαγε. Ορίζεται από τη δυνατότητα που χάρισε στην παράταξη της Νέας Δημοκρατίας να παραμείνει παράταξη, στο κράτος να παραμείνει κράτος, στην κοινωνία να μην καταρρεύσει ως κοινωνία. Ορίζεται από το γεγονός ότι απέδειξε πως, ακόμη και στις σκοτεινότερες στιγμές, η πολιτική μπορεί να παραμένει χώρος ευθύνης, χώρος νόησης, χώρος σοβαρότητας.

Και γι’ αυτό, η στιγμή εκείνη δεν ανήκει στο παρελθόν. Ανήκει σε αυτό που η θεωρία ονομάζει «επιβιωμένη δυνατότητα»: στη μνήμη μιας πράξης που άλλαξε όχι το παρόν της, αλλά το μέλλον όλων.

Αν η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας επί Σαμαρά υπήρξε μορφή που προσπαθούσε να συνέχει το πολλαπλό, να συγκρατήσει τον κατακερματισμό, να εγγραφεί στον χρόνο ως όνομα που φέρει ιστορικό βάρος, η παράταξη της περιόδου Μητσοτάκη μοιάζει να έχει εγκαταλείψει κάθε μεταφυσική φιλοδοξία. Δεν επιδιώκει να ενσωματώσει την ιστορία, ούτε να σταθεί απέναντί της. Επιδιώκει απλώς να διαχειριστεί τη ροή της. Στην πολιτική θεωρία, αυτή η μετατόπιση δεν είναι αθώα. Είναι το πέρασμα από την παράταξη ως σώμα στην παράταξη ως επιφάνεια.

Η σημερινή μορφή της Νέας Δημοκρατίας μοιάζει να έχει μεταβληθεί σε ένα είδος πολιτικού κελύφους χωρίς εσωτερική πίεση. Ένα κέλυφος που δεν φιλοξενεί πλέον το βάρος της ιδρυτικής ονομασίας, ούτε το άγχος της ιστορικής συνέχειας, ούτε την αναμέτρηση με την κοινωνική ευθύνη. Η μορφή, απαλλαγμένη από το περιεχόμενο, γίνεται πλέον αυτό που η μεταφυσική των πολιτικών μορφών αποκαλεί «άδειο όνομα»: ένα όνομα χωρίς πύκνωση, χωρίς βυθό, χωρίς αρμό.

Η τεχνοκρατική επίστρωση της πολιτικής πράξης δεν είναι πρόοδος. Είναι αποσωμάτωση. Διότι εκεί όπου το κόμμα δεν φέρει πλέον το άγχος του λαού, αλλά μόνο το άγχος των δεικτών, όπου η παράταξη δεν αναζητά την εθνική συνοχή, αλλά τη λειτουργική ροή κι εκεί όπου η πολιτική δεν αναλαμβάνει το βάρος της αντιπροσώπευσης, αλλά περιορίζεται στο βάρος της διαχείρισης — εκεί, η πολιτική χάνει τη σάρκα της και γίνεται ένα είδος εξουσιαστικής φωτοσκίασης χωρίς υπόσταση.

Σε αυτό το σημείο, η Νέα Δημοκρατία μοιάζει να κατοικεί μια περιοχή μεταφυσικής απουσίας:

μια περιοχή όπου το αρνητικό δεν εκφράζεται, αλλά απλώνεται, όπως η σκιά που δεν επιτίθεται σε τίποτα, αλλά απλώς καλύπτει τα πάντα. Το αρνητικό, εδώ, δεν είναι αντίθεση, είναι η σιωπηλή διάβρωση του νοήματος, η έκλειψη του συλλογικού, η υποχώρηση του ιστορικού βάθους, η αποψίλωση της μορφής από την αποστολή της.

Και έτσι, η παράταξη, που κάποτε λειτουργούσε ως ιστορική μονάδα συγκρότησης του πολιτικού, φαίνεται σήμερα να επιβιώνει ως τεχνοκρατικό ομοίωμα, ως σχήμα χωρίς μύχια ενέργεια, ως μορφή χωρίς μεταφυσική, ως παρουσία χωρίς ουσία.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο