Η «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού απέχει έναν σεισμό και μια νεροποντή από την εξαΰλωσή της
Του Παναγιώτη Λιάκου
Το «θα μας σώσουν οι ξένοι» δεν είναι καινούργιο φρούτο. Υπάρχει στην Ελλάδα από τότε που οι Πέρσες σπρώχνανε τάλαντα, κοσμήματα, αξιώματα και άλλα πολύτιμα για να λάβουν εξυπηρετήσεις από ενίους προγόνους ημών (Αθηναίους τε και Λακεδαιμονίους). Μάλιστα, αυτή η μερίς των αρχαίων ημών προγόνων είχε φτάσει σε τέτοιον βαθμό τύφλωσης από το διχαστικό πνεύμα που μας κατατρώγει εδώ και χιλιετίες, ώστε έβαλαν τους Πέρσες «διαιτητές» (εμμέσως ή αμέσως) στις εμφύλιες έριδές μας. Το «διαίρει και βασίλευε» το ήξερε καλά ο εκάστοτε μέγας βασιλεύς των Μήδων.
Το «θα μας σώσουν οι ξένοι» έχει πολλές εκδοχές και μεταμφιέσεις. Οι ξένοι μπορεί να είναι οι Ρωμαίοι, οι Φράγκοι, η Καταλανική Εταιρεία, οι Βαράγγοι, οι Τούρκοι (ναι, υπήρξε και υπάρχει και φιλότουρκος παράταξη στην Ελλάδα), οι Ρώσοι, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί, οι τροϊκανοί, ο Ντομινίκ Στρος-Καν, το ΝΑΤΟ, άπαντες οι αλλοδαποί.
Οι διαχειριστές και συστηματικοί διαγουμιστές του χρεοκοπημένου κρατιδίου πάντα ποντάρουν σε ξένες πλάτες για να κουβαλήσουν το αβάσταχτο ιστορικό βάρος της παράξενης ράτσας μας. Εδώ και κάποιες δεκαετίες καλλιεργείται στο πόπολο η αυταπάτη ότι θα μας σώσουν οι ξένοι… τουρίστες και ότι ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» του τόπου.
Θα μας σώσουν, δηλαδή, οι χωριάτικες και τα σουβλάκια, οι τυροκαυτερές και οι μπεκρή μεζέδες που θα σερβίρουμε στους ταληροφονιάδες προγάστορες, αλλά και στους ανορεξικούς, που έρχονται εδώ για να παρκάρουν κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο τα χειμερινά απωθημένα τους. Το σχέδιο είναι να υπερχρεώσουμε τους «κουτόφραγκους», να κακοπληρώσουμε τους υπαλλήλους και να τα μαζέψουμε κομπόδεμα που θα μας εξασφαλίσει κραιπάλες και φιγούρες μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.
Κι ύστερα έρχεται ένα ηφαίστειο, μια καταιγίδα, μια περίοδος ανομβρίας και μια πυρκαγιά για να μας θυμίσουν ότι το παρακάναμε. Η «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού απέχει έναν σεισμό, μια νεροποντή, ένα απρόβλεπτο γεγονός από την εξαΰλωσή της.
Έχουμε εκνευρίσει τον Θεό και, πού και πού, αποφασίζει να μας το δείξει, αλλά όχι σε όλη του την ένταση. Ακόμα μας λυπάται. Αλλά μέχρι πότε;